psixa
Μπήκε ξανά πριν λίγο στο γραφείο ο τρελάρας κι έψαχνε τον Σάκη, έτσι είπε. Μυρίζει ξινίλα και νομίζεις ότι τα γένια του στάζουν βρωμιά και κιτρινάδα του τρελού στη μπλούζα του, όπως οι καμινάδες λερώνουν τον άσπρο τοίχο. Μου είπε στα όρθια ότι ο αρχάγγελος Γαβριήλ διαφωνεί με τη γραμμή του ΚΚΕ. Άκου, τρελάρα, κι εγώ διαφωνώ με τη γραμμή του κόμματος, επομένως συμφωνώ με τον Γαβριήλ, του απάντησα, κι εκείνος κόλλησε τα γαλανά μάτια του πάνω μου. Μετά έλεγε ότι είναι στενός φίλος του Λαμπράκη, αυτού που είναι δρόμος στην Τούμπα, μπορεί βέβαια και του εκδότη του Λαμπράκη να εννοούσε. Με ρώτησε αν είναι καλά η Θάλεια, αυτό ρώτησε, ζήτησε «κάτι να διαβάσει» και όταν σηκώθηκα ως την πόρτα για να τον βγάλω έξω, πέταξε και την αντιμνημονιακή σπόντα του: Εντάξει, το καταλαβαίνω, μπράβοι και φουσκωτοί υπερασπίζονται το μέγαρο μουσικής.
Υπάρχουν κάτι σταγόνες της βροχής που πέφτουν απευθείας από τον ουρανό στο δέρμα του κεφαλιού σου, ανάμεσα στις τρίχες και μετά κυλούν σαν ηλεκτρικά παγάκια στο μέτωπο. Ξεκινάει, ρε παιδί μου, η σταγόνα από τη σύννεφο που βρίσκεται πάνω από το κέντρο ας πούμε, μετά ο αέρας την πηγαίνει πάνω από την Πυλαία, μπορεί και να κόβεται στα δύο η σταγόνα πλησιάζοντας στο έδαφος κι έπειτα το υδάτινο κομματάκι πέφτει εκεί ανάμεσα σε δύο τρίχες, απευθείας στο δέρμα του κεφαλιού σου, τι να πω, στο σκαλπ.
Αυτές τις μέρες που κάνει το κρύο της αρκούδας και προχθές είδα μία καφέ αρκούδα να ανηφορίζει στην Αγγελάκη, σκέφτομαι τους γιατρούς στα εξωτερικά ιατρεία των νοσοκομείων, που περιθάλπουν ακούραστοι και ανιδιοτελείς, σαν άγιοι, τους παράνομους και τους ανασφάλιστους. Στο Ιπποκράτειο, από την πλευρά της Νέας Εγνατίας, ζωγράφισαν στο νοσοκομείο μια τεράστια τοιχογραφία, μία πόλη γκρίζα στην οποία δύο πολυκατοικίες που βρίσκονται δίπλα – δίπλα αγκαλιάζονται.
Αλλάζει η χρονιά, φεύγει η πουτάνα και ’γω σήμερα στη Γαζία σκέφτηκα να σου πω το στιχάκι έρημα κορμιά αποταμιευτήρες/ γι’ αθάνατο νερό και γι’ αφρισμένες μπύρες, όμως δεν πρόλαβα, γιατί συμπλήρωνες εκείνες τις ανέραστες αιτήσεις για το γκισέ της δημόσιας υπηρεσίας, που «ήταν φίσκα, ρε φίλος, το πρωί και οι θείτσες με προσπερνούσαν φωνάζοντας, Όλγα εδώ είσαι, χρόνια πολλά ρε συ Ολγάκι, για να κλέψουν στη σειρά» και ‘γω σου απάντησα ότι άμα σε λέγαν Όλγα θα ήταν μια χαρά.
Στα δικαστήρια είχαν μαζευτεί στον δεύτερο όροφο δεκάδες οκτάμηνοι συμβασιούχοι στις υπηρεσίες καθαριότητας του Δήμου, για να καταθέσουν ασφαλιστικά μέτρα και να ζητήσουν την ανανέωση των συμβάσεων. Κι ένας για μία στιγμή, πλησίασε το κορίτσι του κυλικείου και ρώτησε, συγγνώμη, μήπως το κυλικείο έχει ροξ;
Στο κινητό της Β. δίπλα μου, ήρθε μήνυμα μαζικής αποστολής που έγραφε ότι τα 12 καυτά κορίτσια φιναλίστ σε περιμένουν στο καφέ Social.
Αλλάζει ο χρόνος, στο Άγιο Όρος του Εφραίμ θα αλλάξει δύο εβδομάδες αργότερα, το κουκούτσι στούμπωσε στο λαιμό για τα καλά και μου ‘παν να φάω ψίχα της μεταλαβιάς, που λέμε, για να κατέβει κάτω.
Γράψτε ένα σχόλιο