στη Βίδο
…Ξημέρωνε η Κυριακή του Πάσχα. Μία μέρα μ’ έναν ήλιο στις δόξες του. Ζέστη σαν Αύγουστος. Μπροστά στην πόρτα βάλανε ένα μεγάλο τραπέζι, μ’ όλα τα ιερατικά, ένα άλλο με τα δώρα που θα μας μοιράζανε – ξέρεις, από κείνα τα βιβλιαράκια με τη ζωή του Χριστού και τα τέτοια, από κείνα που μοιράζουν όλες οι εξουσίες στα όπου γης ορφανοτροφεία και φυλακές ανηλίκων, και κάνουν τα παιδάκια να μισούν και το Χριστό και την εξουσία.
Τέλος, όταν ετοιμάστηκαν όλα, μας παρατάσσουν και μας στο προαύλιο. Εμείς πάμε πίσω πίσω και πιάνουμε τοίχο. Δε βλέπαμε και τίποτα, αλλά τι να γίνει. Εδώ που τα λέμε, όχι πως μας ένοιαζε για την παράτα, αλλά να, θέλαμε να δούμε καλά καλά καμιά γυναίκα, κάνα κορίτσι… Τέλος, δε γινότανε. Μπροστά μπροστά, που λες, κυκλώνοντας την Αγία Τράπεζα σαν τιμητική φρουρά, οι φερτάκηδες του Καραδήμα. Ε, σε λίγο έρχεται ο διευθυντής με το προσωπικό και τις γυναίκες τους, οι παπάδες, τα λαδικά του κατηχητικού και τα κορίτσια της χορωδίας, κι άρχισε το νταλαβέρι. Άκρα σιγή. Μόνο οι ψαλμουδιές ακούγονται.
Και ξαφνικά, από το βάθος των αποχωρητηρίων, ξεσπάει μια κραυγή: Πίσω, πουτάνες, και σας έφαγα… Εμφανίζεται ένας Καγιανάς θεόγυμνος, όπως τον γέννησε η μάνα του, πασαλειμμένος σκατά απ’ τη κορφή ως τα νύχια. Δεν υπάρχει ούτ’ ένας πόντος καθαρό δέρμα. Στ’ αριστερό του χέρι έχει αγκαλιά έναν τεράστιο κουβά γεμάτο σκατά. Με τρία σάλτα πλησιάζει σε θέση βολής τους επισήμους, όπου έγινε της πουτάνας. Βούταγε το δεξί χέρι στον κουβά, τσάκωνε μια χούφτα σκατά και τα εκσφενδόνιζε με εκπληκτική ευθυβολία, που λένε, στα μούτρα του διευθυντή, στο ντεκολτέ της κυρίας, στα γένια του παπά… Ουρλιαχτά, τσιρίδες, πανικός! Δεν είναι και μικρό πράμα να σε λούζουνε με σκατά πεντακοσίων κρατουμένων.
Την ίδια στιγμή βγαίνουν κι ο Γράσος με τρεις άλλους. Βαστάνε κάτι σίδερα που ‘χουν ξηλώσει από τα κρεβάτια, και πλακώνουν τους φερτάκηδες που, όπως ήταν μαζεμένοι μπροστά μπροστά, δεν προλάβανε να κάνουνε κιχ. Ανάστα ο Κύριος, σου λέω. Άμα υπάρχει Χριστός κι είναι δικός μας, όπως λένε, θα ‘σκασε στα γέλια κει πάνω. Η πόρτα της φυλακής, όπως ξέρεις, είναι πολύ στενή. Με το πρώτο ντου που τους κάνει ο Καγιανάς, έχει φρακάρει από τον παπά κι από μια χοντροκώλα κυρία του κατηχητικού. Ο διευθυντής, πασαλειμμένος σκατά, να φωνάζει «στα όπλα, στα όπλα, πιάστε τους», τι όπλα όμως κι αρχίδια, και ποιος να πάει να τσακώσει τον Καγιανά που γλίστραγε σα χέλι από το σκατό. Εντωμεταξύ, ο Γράσος με τους άλλους έχουν βγάλει εκτός μάχης τους ρουφιάνους του Καραδήμα. Όλοι κάτω ψάθα, κομμένες μύτες, αυτιά, σπασμένα κεφάλια, ένα προαύλιο στρωμένο με τραυματίες, αίμα και σκατά.
Όταν τέλειωσε το πατιρντί, οι μάγκες τραβάνε κάτι ξυράφια και σφάζονται, κι όπως τρέχουν τα αίματα, παίρνουν φόρα και βαράνε τα κεφάλια τους στον τοίχο. Νέτοι κάτω, πτώματα, σου λέω. Κάποτε, όταν αποκαταστάθηκε η κυκλοφορία στην πόρτα, πλακώσανε μέσα οι μπάτσοι με τ’ αυτόματα, μας κλείσανε στους θαλάμους, και μάζεψαν τους τραυματίες. Μάθαμε πως τον Καγιανά, τον Γράσο και τους άλλους τούς πήγαν κατευθείαν, χωρίς καν να τους επιδέσουν, στο τρελάδικο της Κέρκυρας.
Από το βιβλίο του Χρόνη Μίσσιου, «Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς».
Καλ@ Χριστούγεννα, ρε.

Γράψτε ένα σχόλιο