ti mou les
Ο Π. στο βάλτο ήταν θεωρητικά ένας λοχίας, όμως στην πραγματικότητα ήταν ένας ηθοποιός, που δεν χρειαζόταν να διαβάσει το σενάριο, γιατί μπορούσε να το φανταστεί. Δεν μπορεί αυτή η φυσιογνωμία να ήταν ένας αληθινός άνθρωπος, σίγουρα μας δούλευε ψιλό γαζί: ηδονιζόταν με τις αντιδράσεις μας στα λόγια του, γούσταρε να μας σουτάρει στο διάστημα και να μας βλέπει μετά χαχανίζοντας να πέφτουμε στην πίστα απαλά, σαν αλεξιπτωτιστές με σύννεφο δεμένο στα σχοινιά αντίο για πανί.
«Σε γαμώ γερά» και «Πάρε την πυροσωλήνα μου». Αλλού κι εντάξει ο Π., ελεύθερος κι ωραίος, ψηλόλιγνη φιγούρα λόρδου από το Γιορκσάιρ, μεγάλη χιουμορίστα και σίγουρα πρωταγωνιστής μιούζικαλ, τεντιμπόη και ευαίσθητος πολύ, θρασύς και ακατέργαστο διαμάντι, αγνός σαν παιδική ανάσα, ψυχαναλυτής, ο δικός μας άνθρωπος στο βάλτο, τρελός για δέσιμο, παιδί μάλαμα. Οne man show τα ζεματιστά καλοκαιρινά βράδια, όταν το φανελάκι κολλούσε πάνω σου από την υγρασία κι ο αέρας έφερνε με διακοπές ήχους τσιφτετελιών από το κοντινό κωλάδικο, κάθε Σαββάτο βράδυ που είχε γαμήλια δεξίωση.
Στην πρώτη μου σκοπιά τού φώναξα «άλτ, τρία» και άρχισε να φωνάζει με όλη του τη δύναμη στο σκοτάδι «τρεις και παρ’ τα αρχίδια μου, σκάσε, πουστάρα». Στα σκηνάκια ξεφορτώναμε ένα τρέιλορ με δύο ρόδες κι όταν ο λοχαγός τον ρώτησε τι έχει βάλει για αντίβαρο, απάντησε με το πιο φυσιολογικό ύφος «δεν βλέπεις, έβαλα τον χοντρό να κάθεται στον άξονα». Κι ένα βράδυ που είχαμε περίπολο οι δυο μας, κλωτσούσε τα βατράχια και μετά αναρωτήθηκε «λες να τα δει ο διοικητής το πρωί; Θα πω ότι τα’ φαγε το σκυλί». Γελάς, καριόλη ε. Αγάπησε κι αγαπήθηκε πολύ ο Π.
Προχθές σχιζόμασταν οι φαντάροι «για ν’ αλλάξουμε ράφτη», ακολουθώντας το νομοτελειακό πρωτόκολλο όσων απολύονται από το νυχτερινό κέντρο. Ήρθε εκεί στο λόχο κι άρχισε να σχίζει κι αυτός τις χακί στολές μας με χαρά μικρού παιδιού. Μας έσκιζε τις παραλλαγές για να μην τις ξαναφορέσουμε, για να βάλουμε πολιτικά και να πάμε στο καλό, για να μας χαιρετήσει, να μας διώξει από εκεί – όχι από το βάλτο, αλλά από τη ανοησία και τον κόσμο του σινεμά. Υποσχέθηκα να του φέρω μια καρδερίνα. Αγαπημένε Π. έχε το νου σου, θα σε πάρω τηλέφωνο.
Στο κέντρο έχει ένα δρόμο που τον λένε Δεσπεραί. Στην πινακίδα γράφει Δεσπεραί κι από κάτω με κίτρινα γράμματα στα λατινικά D’ Esperau.
Σου ‘πα; Λελέ ή καλύτερα leux leux.
Νοεμβρίου 12, 2011 at 02:05
eisai theos agori mou!!:D