άρη, βάλε γκολ
Σου γράφω γιατί ζούμε το παράδοξο, ένα τσακ πριν γίνει σφαγάδι κι ανεμοκαίρι: Κάτω στο δρόμο, συνεργεία και τζαμάδες επισκευάζουν τις τζαμαρίες του Fokas και του καλλυντικάδικου Sephora κι ακριβώς δίπλα, στη γωνία του δρόμου, ένας μουσικός του δρόμου παίζει γλυκανάλατα τραγούδια στο σαξόφωνο.
Θυμήθηκα τον σαξοφωνίστα στην Υψικάμινο, που έπαιζε μες τη βροχή τα χρόνια της αθωότητας ή τον χοντρό σαξοφωνίστα τα γλυκά βράδια πάνω – κάτω στον διάδρομο στη Ρέμβι, όμως τώρα τα χρόνια της αθωότητας τελείωσαν. Αισθάνομαι ότι μόλις ενηλικιώθηκα, κι ας συνεχίζω να μπερδεύω τις μέρες – για παράδειγμα σήμερα, που είναι Τετάρτη, γράφω στην ανταπόκριση επάνω στην αρχή, Τρίτη.
Στη διαδήλωση είχε πολύ κόσμο, ίσως και 30.000 κόσμο, δύο ξεχωριστές πορείες που πήγαν να ενωθούν. Στην τσιμισκή πιτσιρικάδες έσπαζαν χουλιγκανίστικα τα Ζάρα και από τα πίσω μπλοκ γιουχάρανε. Από τα πίσω μπλοκ γιουχάρανε κι όταν τα κουκούλια σπάσανε τη βιτρίνα του βιομηχανικού επιμελητηρίου…
- βγάλε την κουκούλα, ρε κωλόπαιδο – έλα να σου δείξω ποιος είμαι, μωρή κότα. Μανούρα και καψούρα, η σκοτεινή πλευρά υπέροχων μυαλών, σαν το λεφούσι που χορεύει τριγύρω απ’ την κρεμάλα.
Τα χρόνια της αθωότητας τελείωσαν – η χρονιά του goodbye δεν λέει να τελειώσει. Σε κρατώ με νύχια και με δόντια μη φύγεις κι εσύ και μείνω ξεβράκωτος και βάλω τελικά στον κώλο μου την μπουκάλα με τα ονείρατα.
Η πεταλούδα στην κοιλιά θέλει να βγει έξω και να πετάξει, το παράθυρο στο γραφείο γίνεται κόκκινο κάθε απόγευμα στις 7.11 ακριβώς, το αρνητικό δεν με πιστεύει ότι στον ωκεανό, σε ανοιχτό τέρμα ορίζοντα, η γραμμή της θάλασσας κάνει μια καμπύλη στις άκρες διαγράφοντας την καμπύλη της γης, ο Σίμος Δ. έφαγε δύο-τρεις φορές ξύλο σε πέντε μέρες, με τρομοκρατεί η ερώτηση “εθελούσια και ανεργία ή ρίσκο της απόλυσης”, ο μπίλυ ζει το όνειρο, τώρα που το σκέφτομαι θα σου πήγαινε καλύτερα μπορντό μανό στα νύχια, που είναι και το χρώμα μου. Πάω να δω γούντι άλεν κι ίσως τον φλεβάρη σου γράψω γράμμα τουριστικό από το βερολίνο.
Χαμογέλα λίγο, ρε καριόλη.
Γράψτε ένα σχόλιο