δέκα ζωές

Κάθε φορά που έστριβα από την Εγνατία στο στενάκι της Συγγρού άφηνα την κρατημένη ανάσα μου. Σ’ εκείνο το δρομάκι ένιωθα πάντα όμορφα, από την εποχή ακόμα που πήγαινα με τον συμμαθητή μου Π. στο υφασματάδικο του πατέρα του. Αργότερα, το υφασματάδικο μεταφέρθηκε και στη θέση του άνοιξε η μπιραρία του Μπ. και της αδερφής του, που τους γνωρίζαμε από τη γειτονιά και λέγαμε τη μπιραρία τους «τσέχικη» γιατί πουλούσε τσέχικες μπίρες (Βελκοποποβίτσκι Κόζελ κ.α.). Το στενάκι της Συγγρού άρχισε να μαζεύει κόσμο τα βράδια, όμως ενιωθα άνετα. Θυμάμαι μια βραδιά καθημερινής, που είχε λίγο κόσμο και μαζευτήκαμε στο υπόστεγο γιατί ψιλόβρεχε, τον φαλακρό μακρυμάλλη ιδιοκτήτη του απέναντι μπαρ που βγήκε στο δρόμο κι έπαιζε σαξόφωνο στη βροχή.

Δεν είχα κατέβει στη Συγγρού από το περασμένο καλοκαίρι, διάβαζα όμως στις εφημερίδες ότι έγινε ιν και προχθές το βράδυ κατηφόρισα με τη Δροσιά διστακτικά προς τα ‘κει. Έχουν ανοίξει άπειρα μπαράκια, εστιατόρια και φαστφουντάδικα, ναι πράγματι οι δουλειές γωνία Συγγρού και Βαλαωρίτου πάνε καλά. Το “απέναντι μπαράκι” άλλαξε όνομα, έγινε κάπως κυριλέ και απρόσιτο. Είδα και τον καραφλο-γιεγιέ πρώην ιδιοκτήτη του. Κούρεψε το κοτσιδάκι, φορούσε μαύρα ρούχα κι έπαιζε σαξόφωνο στο ολοκαίνουργιο κυριλάδικο – που είχε απέξω ένα γορίλα με παλτό. Περισσότερο και από τα φώτα, αμηχανία μού προκάλεσαν τα βλέμματα των ανθρώπων, που έψαχναν τις πινακίδες των μπαρ για να διασκεδάσουν στο πιο ελκυστικό. Είδα αρκετούς μεγάλους με παλτουδιές και καπέλα και συνοδούς με πασέ ψιλοτάκουνα και ζωγραφιστό χαμόγελο κι αγχώθηκα. – Ρε συ, δεν νιώθω άνετα εδώ, παραπονέθηκα στη Δροσιά και τελικά χωθήκαμε στο φουλ παρακμιακό μπαράκι του Τζεφ πίσω από την Ένωση Συντακτών.

Περίεργος, κομπλεξικός, παλιομοδίτης; Ξέρω και ‘γω; «Η ζωή», μου λες, «όπως και η επιχειρηματικότητα καλπάζει. Τα στέκια αλλάζουν κάθε τόσο. Πάμε ν’ ανοίξουμε μια τρισάθλια μπιραρία στην παραλία και θα ‘κονομήσουμε στα σίγουρα».

Πίσω στη Συγγρού και τη Βαλαωρίτου, το πιο ερεθιστικό σημείο είναι πλέον η σιδερένια πόρτα της παλιάς Ασφάλειας. Έχει ακόμη κολλημένο το σηματάκι με τη χαμογελαστή μπατσίνα και τη σημείωση «η ελληνική αστυνομία στο πλευρό του πολίτη», ενώ πάνω αριστερά στη λαμαρίνα κάποιος έγραψε στα αγγλικά ότι «ο μόνος τρόπος για να μη βλάψω άνθρωπο είναι να πεθάνω».

Και αφού πιάσαμε τα αποφθέγματα, μοιράζομαι για κλείσιμο την απίθανη φράση του Βασίλη Παλαιοκώστα στην επιστολή του προς την «Ελευθεροτυπία»: Τη ζημιά που προξενεί στο κοινωνικό σύνολο ένας λαμπερός τηλεπαρουσιαστής σ’ ένα και μόνο δελτίο ειδήσεων (των 8 κατά προτίμηση) εγώ δεν θα καταφέρω 10 ζωές να μου χαρίσουν.

βούρτσα

Συνεχίζεις απτόητος να μου αφηγείσαι ιστορίες με αγρίους και λιοντάρια. Ένας ρεπόρτερ παλιάς αγαπημένης φυλλάδας, μου λες, παλαβός για δέσιμο, επέστρεφε με το αυτοκινητάκι του πατέρα του από την Ασπροβάλτα, πριν από καμία 25αριά χρόνια. Στο δρόμο έπεσε πάνω σε ένα φοβερό τροχαίο με νεκρούς και τραυματίες που χαροπάλευαν στην άσφαλτο.

Ήταν ο πρώτος άνθρωπος που έφθασε στο σημείο της τραγωδίας, όμως ως ευσυνείδητος επαγγελματίας ο πρωταγωνιστής της ιστορίας, κατέβηκε από το ιχ κι έπιασε δουλειά πριν ακόμη φθάσει η αστυνομία. Κράτησε σημειώσεις από τη σκηνή του δυστυχήματος, κατέγραψε τα χαρακτηριστικά του οδοστρώματος, την οδική σήμανση, τα πιθανά σενάρια της σύγκρουσης, έκανε τέλος πάντων ό,τι καλύτερο μπορούσε και λίγο πριν φύγει, όταν άρχισε να συγκεντρώνεται κόσμος, έψαξε στα συντρίμμια και άρπαξε τις ταυτότητες των θυμάτων – είπαμε, παλαβός για δέσιμο ο ρεπόρτερ, αλλά και πάλι δεν μου φάνηκε περίεργο γιατί ήσασταν εκείνα τα χρόνια κίτρινοι του πουσταρά.

Επέστρεψε, λοιπόν, στο γραφείο με πλούσιο ρεπορτάζ, παρέδωσε μία σπαρταριστή σελίδα με διευθύνσεις και ονόματα για το τροχαίο κι ετοιμάστηκε να φύγει. Εκείνη τη στιγμή ο αστυνομικός συντάκτης της εφημερίδας μπήκε σκεπτικός στο γραφείο του διευθυντή:

- Συνέβη ένα φοβερό τροχαίο στο δρόμο για Ασπροβάλτα, αλλά υπάρχει ένα πρόβλημα. Η αστυνομία δεν μπορεί να βρει τα ονόματα και τις ηλικίες των θυμάτων. Δεν γνωρίζουν ούτε ποιους να καλέσουν για την αναγνώριση…

- Για ποιο τροχαίο μου λες, ρε βλάκα! Μήπως εκείνο με τους τρεις νεκρούς και τους πέντε τραυματίες; Το ΄γραψε ο άλλος ο μπούφος και μάλιστα με τα πλήρη στοιχεία των θυμάτων. Άντε χάσου από μπροστά μου.

- Μα…πώς; Δεν βρέθηκαν ούτε ταυτότητες στα αυτοκίνητα…

- Δεν βρέθηκαν…;

- Πώς να βρεθούν, αφού τις έχω εγώ, πετάχτηκε θριαμβευτικά ο παλαβιάρης, δείχνοντας τις μακελεμένες ταυτότητες σε μια σακούλα.

Παγωτό ο διευθυντής. – Καλά, πόσο κοπρόσκυλο μπορείς να είσαι! Τομάρι! Ηλίθιε, τρέχα στην αστυνομία πριν μας χώσουν μέσα όλους, έσκουξε κατακόκκινος ενώ ο παλαβός για δέσιμο ρεπόρτερ είχε ήδη αρπάξει τη σακούλα και κατέβαινε πέντε – πέντε τα σκαλοπάτια.

Να ξέρεις, μου λες, ότι οι τρελοί ξεχωρίζουν από δύο πράγματα: έχουν μεγάλο πουλί και δεν κάνουν ποτέ φαλάκρα. Κι εκείνος είχε μαλλί «βούρτσα» ως το μέτωπο.

άριστα

Σε μια από τις τελευταίες προκηρύξεις, εκτός από αχ κουνελάκι κουνελάκι κλπ, διάβασα τη διαπίστωση ότι πλέον μπάτσοι γίνονται φίλοι μας, συμμαθητές που μέχρι χθες αλητεύαμε μαζί στις γειτονιές. Τώρα ο μπάτσος είναι γείτονάς μας κι αριστούχος, που λέει και το τραγούδι. Δυο συμμαθητές μου από το γυμνάσιο έγιναν αστυνομικοί. Αριστούχοι δεν ήταν, αλλά ούτε και τούβλα. Ο ένας ήταν άσος στο ποδόσφαιρο, αεράτος και σχετικά δημοφιλής. Ο δεύτερος ήταν σχεδόν αόρατος, εντάξει παιδί, αυτονόητα «μαζί μας» και όχι «με τους άλλους» στο σχολικό μικρόκοσμο. Οι συμμαθητές μου έγιναν μπάτσοι, κυκλοφορούν με τη στολή στο καφενείο και τους βλέπω στις παρελάσεις, «στα μέτρα». Δεν φαίνονται να άλλαξαν, με χαιρετούν θερμά όταν με συναντούν στο δρόμο, αν και ποτέ δεν ανοίξαμε κουβέντα για τη δουλειά τους – νομίζω ότι θα με περάσουν για μαλάκα αν τους ρωτήσω πώς πήραν την απόφαση να γίνουν αστυνομικοί. Πίσω από την πλάτη τους, όμως, ψιθυρίζω κάθε φορά στους υπόλοιπους στο τραπέζι του καφενείου «Κοίτα, μπάτσος έγινε αυτός» κι εκείνοι αφελώς το επιβεβαιώνουν. Η ίδια πάντα ερώτηση και απάντηση. Διάλογος του καθυστερημένου, επαναλαμβανόμενη επιβεβαίωση του προφανούς.

Παραλίγο θα το ξεχνούσα: Το “χέρι του Γαλάτη” Τιερί Ανρί που βοήθησε τη Γαλλία να ξεπεράσει το εμπόδιο της Ιρλανδίας στα μπαράζ και να προκριθεί στα τελικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου δεν συνιστά σοβαρή παράβαση και επομένως δεν μπορεί να τιμωρηθεί. Σε αυτό το συμπέρασμα κατέληξε η πειθαρχική επιτροπή της FΙFΑ, παραδίδοντας έτσι «καθαρό» τον Ανρί στην Εθνική Γαλλίας και έτοιμο να αγωνιστεί στο Μουντιάλ.

μανιακός

 

 

 

 

 

 

 

 

Σήμα, σήμα καμπάνα, η οικογένεια Κλικλίκου, ο μανιακός είναι για κλάματα, τα πρωτοσέλιδα αστεία, στην Άμφισσα οι κατηγορούμενοι φωτογραφίζονται σκυφτοί και μετανοημένοι, τα αγροτικά μπλόκα στήνονται την ώρα των τηλεοπτικών συνδέσεων και σπάνε όταν ταξιδεύουν οπαδοί ποδοσφαιρικών ομάδων, τελευταία ο καφές κρυώνει πιο γρήγορα στο χάρτινο ποτήρι, το ελικοπτεράκι έχει αδύναμη μπαταρία, αλλά πετάει.

ποδάρια χήνας

Επιτέλους, αυτά είναι θέματα! Τρεις πανούργες γυναίκες, λέει το κατηγορητήριο, ξάφρισαν μια περιουσία από αλαφροΐσκιωτο χονδρέμπορο για να τού λύσουν τα μάγια… Άκου κόλπο, άκου φόρμουλα! Αρχιμάγισσα ήταν μια ανιψούλα του, την οποία πρέπει να κουτούπωνε ο θείος, ενώ στην κομπίνα ήταν μπλεγμένη η γυναίκα του και η κόρη του. Διάβαζαν τα τσόλια προσευχές και ξόρκια, τσέπωναν με νάζια και ψέματα το ζεστό χρήμα και το ποντάριζαν στη ρουλέτα ή το έκαναν διαμερίσματα. Ο μαλάκας ο μαγεμένος ο χονδρέμπορος χρεωνόταν σε φίλους και εχθρούς για να πληρώνει τις μάγισσες, μέχρι που τον πήρε χαμπάρι ο αδερφός του και έβαλε ένα στοπ στην παράνοια. Ποια Δέκατη Εντολή και τρίχες κατσαρές. Δικαστικό ρεπορτάζ δεκαετίας ’80: Παπάς μάρτυρας στο δικαστήριο για να πείσει ότι η μαγίστρα «ήταν θρήσκα και δεν γνώριζε από εξορκισμούς και ποδάρια χήνας», επαρχιώτες δικηγόροι με κόκκινα μάγουλα, οι θλιμμένες πουτάνες της ζωής μου στο εδώλιο ντυμένες στην πένα, ακροατήριο ντροπαλό και ηδονισμένο σαν να παρακολουθεί επεισόδιο του Παπακαλιάτη, μπάτσοι μαγεμένοι στην αίθουσα να κοιτάζουν τα κορίτσια και να λένε βρες μπας και… Καλτ ως το κόκκαλο. Μαζί τους!

fishman

Ποιήματα για τον έρωτα και την επανάσταση. Στην Αθήνα ανεβαίνει παράσταση για τον Μαγιακόφσκι και το σύννεφο με παντελόνια, στην οποία θα διαβαστούν επίσης κείμενα του Ρίτσου και της Γώγου. Εσείς οι αβροί!… Επάνω στα βιολιά ξαπλώνετε τον έρωτα. Επάνω στα ταμπούρλα ο άξεστος τον έρωτα ξαπλώνει.

Μετά κάθισες και μου έλεγες, τάχα με σοβαρότητα κι έκπληξη, ότι ξενέρωσες με το κκε που πίστεψε για ακόμη μια φορά ότι έπιασε τον παπά απ’ τα αρχίδια – ή μάλλον τους Αιγύπτιους απεργούς στις μηχανότρατες της Μηχανιώνας απ’ τα αρχίδια. Γουστάρω φίλε, μου λες, να τους κάνει σωματείο το κκε και στις εκλογές του εργατικού κέντρου εκείνοι να ψηφίσουν τους πασόκους. Σατανικό; Μπα, μάλλον το πιθανότερο.

Η θείτσα πάλι στο μπροστινό κάθισμα του λεωφορείου θαύμαζε τον τηλε-μαλάκα «που είναι τόσο τετραπέρατος και τα βγάζει πέρα στα παράθυρα με τέσσερις δημοσιογράφους. Ούτε με έναν ούτε με δύο, με τέσσερις. Τους εξηγούσε ότι ελέγχει τους ψηφοφόρους από τον Έβρο ως την Κέρκυρα και εκείνοι για να τον πικάρουν τού απάντησαν ‘πιάσατε δηλαδή όλη την Εγνατία Οδό’, χαχαχα». Εσύ, όμως, καημένε, ασχολείσει με τον έρωτα και την επανάσταση…

Τελευταίο αλλά καλό. Αγόρασα ελικοπτεράκι τηλεκατευθυνόμενο, με ρεύμα. Είπα στο αστέρι ότι το δανείστηκα από ένα φίλο για να μην τ’ ακούσω. Στο γραφω με ρίσκο, γιατί ποντάρω στο ότι δεν διαβάζει τη «μαμά».

απολησμονιά

Θα ξεκινήσω κάπως δυσάρεστα, ίσως λίγο βαριά για τα γούστα σου, όμως πέρασαν δυο χρόνια από το θάνατο – σε ηλικία 100 ετών – του μπαρμπα – Γιάννη του Ταμτάκου. Ήταν πολιτικός αγωνιστής, αρχικά του τροτσκισμού και μετέπειτα του αναρχισμού, που έζησε στη Θεσσαλονίκη. Για την δράση του διώχτηκε τόσο από το κράτος όσο και από τους σταλινικούς. Ήταν μάλιστα ο τελευταίος επιζών πρωτεργάτης της μεγάλης απεργίας του ‘36. Για εκείνον μπορείς να διαβάσεις εδώ κι εδώ.


Για χάρη του γράφτηκαν και τα παρακάτω λόγια, που ίσως συγκράτησες σε κάποια βόλτα μας με το αυτοκίνητο:


ανατίναξη

Η λωλή κάθισε πίσω από το ανοιχτό παράθυρο, την ώρα που η πρωτοχρονιάτικη γιορτή του δήμου τέλειωνε. Το σπίτι της ήταν λίγα μέτρα από τον χώρο του πάρτι, όμως παρεμβαλλόταν μια οικοδομή που της έκρυβε τη θέα προς τα ‘κει. Συμφιλιώθηκε με την ιδέα ότι θα άκουγε μόνο τη μουσική χωρίς να βλέπει τους ανθρώπους που γλεντούσαν, αλλά, ρε πούστη, μόλις έπιασε θέση στο παράθυρο το κρασί έτσι γρήγορα μας τέλειωσε και σχόλασε η γιορτή. Αμάν κι εσύ ρε λωλή, τόση ώρα τι έκανες; Είχε την κρυφή ελπίδα ότι θα παίξει το επόμενο τραγούδι, όμως τίποτα. Ένα ντρίγκι ντράγκα για εκείνη; Μάταια. Κι έμεινε να κοιτά διερευνητικά προς το παρκάκι ή μάλλον προς την οικοδομή που της έκρυβε το παρκάκι.

Από το παράθυρο φαινόταν μόνο το κεφάλι της: Μαλλί σαν της λωλής, δόντια μηδέν και μεγάλα μάτια. Με είδε και ήξερε ότι θα της μιλήσω. «Χρόνια πολλά». Έσκασε ένα απίθανο χαμόγελο και κούνησε εγκάρδια το κεφάλι. Μπορεί και να σηκώθηκε από το καρεκλάκι που είχε στήσει πίσω από το ανοιχτό παράθυρο. Χρόνια πολλά κανούργια φίλη μου και να ξέρεις ότι είσαι μεγάλη φυσιογνωμία. Κι αν είσαι σύμφωνη, φώναξέ με καμιά νύχτα να ανατινάξουμε μαζί τα σπίτια που σου κρύβουν τη θέα προς το παρκάκι. Το δίκαιο θα είναι με το μέρος σου.

μακαρόνια

 

Μπήκα στο μικρό μου private διαστημόπλοιο, φόρεσα μάσκα οξυγόνου, τα ορειβατικά μου μποτάκια κι έβαλα λίγο αντηλιακό στο κούτελο. Πήρα μαζί μου μια σακούλα γεμάτη τάπερ με μακαρόνια, τυρί φέτα και πορτοκαλάδες Έψα. Δίπλωσα καναδυό μπαγιάτικες πολιτικές εφημερίδες στη μασχάλη, έχωσα χωρίς λόγο στη μέσα τσέπη της ζακέτας την ταυτότητα της δουλειάς και στην έξω το κινητό τηλέφωνο – εκεί πάνω δεν έχει σήμα, αλλά παρ’ όλα αυτά το πήρα μαζί μου. Στο πίσω κάθισμα βολεύτηκε η Δροσιά και μετά τις κλασσικές γκρίνιες («απαράδεκτε, δεν πήραμε φέτος κρατικό λαχείο» κ.α.), τσέκαρα για τελευταία φορά τους καθρέφτες, πάτησα γκάζι κι εκτοξεύτηκα.

κουνέλια

Taxi drivers, «ματωμένα παλαμικά αποτυπώματα», ζουμερά εγκλήματα, ο «μανιακός με το τζιπ τρομοκρατεί τους πολίτες», στην τράπεζα έβαλαν βόμβα, είναι ή όχι προβοκατόρικη η προκήρυξη στο indymedia; H τιβί βοά. Δουλειά της, θα μου πεις. Κάθισα να διαβάσω το κείμενο των τρομοκρατών και μού πιάστηκε το κεφάλι. Μπλα, μπλα, μπλα, ένα διαρκές μονότονο μπλα, μπλα. Ύστερα με πήρες τηλέφωνο και διάβαζες με αστεία φωνή την προκήρυξη. – Αχ κουνελάκι, κουνελάκι. Θυμήθηκα τους ανάρχες που κατέλαβαν τον ραδιοφωνικό σταθμό και διάβαζαν στον αέρα κείμενο «κατά του εισαγγελέα Θεσσαλονίκης Φλωρίδη». Ήμαρτον, ρε πούστηδες! Αυτός μας άφησε από πρόπερσι, αναρωτιέμαι τι στο διάολο καθόμαστε και γράφουμε. Ούτε αυτοί ασχολούνται. Κι εσύ αγχώνεσαι που δεν γράψαμε ότι το ταριφόνι, εκτός από την απειλή με πιστόλι, έφαγε και «ομπρελιά στα άκρα» από τους Μπόνι και Κλάιντ. Μπόνι και κλάιν – μάιν – φροϊλάιν.

Επόμενη σελίδα: »


μέρες και νύχτες

Φεβρουαρίου 2010
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Ιαν    
1234567
891011121314
15161718192021
22232425262728

Αρχείο