Ο πατέρας της πέθανε στη χούντα - από καρκίνο Τζ. Π.
…άντε και καλή τύχη, μάγκες
Ο πατέρας της πέθανε στη χούντα - από καρκίνο Τζ. Π.

Τσιγγανιά ολέ! Η περιφερειακή οδός είχε πήξει στα αυτοκίνητα επειδή «δίπλωσε» ένα φορτηγό που μετέφερε ασβέστη, όπως μετέδωσαν τα τοπικά ραδιόφωνα.
Ουρές χιλιομέτρων, χριστοπαναγίες με το τσουβάλι, κορναρίσματα χωρίς σκοπό ανάμεσα σε χιλιάδες λαμαρίνες, άγχος για ακόμη μια αργοπορημένη μέρα στη δουλειά (τελευταία, όλο και περισσότερο αργούμε στη δουλειά…), δικαιολογίες του κώλου στο τηλέφωνο για το σκασιαρχείο της πρώτης ώρας, αναμμένοι κινητήρες και τα βεντιλατέρ στο φουλ.
Κι εκεί, μέσα στα σκατά, να ΄σου το τσιγγανόπουλο: Οδηγός φορτηγού χρώματος λευκού, με νίκελ ζαντούλα κι επιγραφές στο πίσω παρμπρίζ για τον θεό και τον ανεκπλήρωτο έρωτα. Φορτηγάκι έξτρα τσιγγάνικο, με σχάρα στην οροφή κι ένα κομμάτι δίχτυ ψαρέματος δεμένο στον καθρέφτη για να πιάνονται τα μάγια, λέει. Γουστάρω γενικώς. Και γουστάρω και ειδικώς γιατί ο ρομά του μποτιλιαρίσματος ήταν ο μόνος που δεν έσκαγε, σταματημένος επί ώρες στο ίδιο σημείο. Άνοιξε το μεγάφωνο της οροφής και μετά το κλασσικό φου – φου – φου για το ξαράχνιασμα, πέρασε στο παρασύνθημα: «Ελάτε όλοι στον περιφερειακό. Το μεγαλύτερο μπουρδέλο της πόλης μας. Κολλημένοι στο ίδιο σημείο γιατί κάποιος μαλάκας τράκαρε. Κι εμείς οι πιο μαλάκες που περιμένουμε στη σειρά να ξεκολλήσει ο δρόμος και να πάμε παρακάτω. Ελάτε όλοι στον περιφερειακό. Και γαμώ τους δρόμους ο περιφερειακός, λέμε» κι άλλα τέτοια φευγάτα. Το διασκέδαζε ο ρομά. Στα παπάρια του κι αν άργησε, στα παπάρια του τα επαγγελματικά ραντεβού κι οι πρωινές συσκέψεις στο γραφείο. Τα αγχωμένα πρωινά όλα γραμμένα στα τσιγγάνικα παπάρια του.
Κι όση ώρα έπαιζε με το μικρόφωνο στο χέρι, ο περιφερειακός αποκτούσε άλλη διάσταση. Για πρώτη φορά φαινόταν όμορφη η σκουπιδιασμένη νησίδα, χρήσιμο το τούνελ, ελάφια τα ψωράλογα του καουμπόι δίπλα στο «Γένεσις», λουλούδια οι κάμερες της τροχαίας και τοσοδά το αφεντικό μου.

Κάθεσαι και μου εξηγείς, πίνοντας, τη θεωρία του βατράχου και του ζεματιστού νερού για να περιγράψεις τη σταδιακή ανοσία και απάθεια στη βία. Αν βάλεις ένα βάτραχο σε μία κατσαρόλα με κρύο νερό, μου λες, στην αρχή θα κόβει βόλτες ατάραχος. Όσο θερμαίνεις το νερό τόσο οι κινήσεις του βατράχου θα γίνονται πιο αργές. Και όταν τελικά το νερό βράσει, ο βάτραχος θα βράσει στο ζουμί του. Αντίθετα, αν το νερό της κατσαρόλας είναι καυτό και πετάξεις μέσα τον συμπαθή πράσινο φίλο μας, εκείνος θα πεταχτεί έξω και πιθανότητα θα σε βρίσει. Φευγάτο, ε;
Κάπως έτσι συμβαίνει και με τη βία γύρω μας. Κανένα ειδεχθές έγκλημα, καμία αποτρόπαια πράξη, καφρίλα ή καγκουριά δεν μας κάνει πλέον γκελ. Το νερό βράζει στην κατσαρόλα (επικίνδυνη λέξη τόσες φορές που την ανέφερα…) κι εμείς απλώς κολυμπάμε με μεγαλύτερη δυσκολία στο ζουμάκι μας. Πήγαν οι τύποι και ‘ριξαν 100 σφαίρες στο τμήμα. Την πρώτη μέρα πρωτοσέλιδο και μετά ούτε καν μονοστηλάκι ταπεινό. Αν έκανε το ίδιο η 17Ν πριν από 15-20 χρόνια, άλλο θέμα δεν θα γράφαμε μέχρι το Πάσχα. Αναλύσεις και κόντρα αναλύσεις για την αγριότητα των τρομοκρατών.
Κι άντε, άσε τα τρομοκρατικά που είναι η αφορμή. Άκου παράδειγμα χαρακτηριστικό: Αν κάποιος ξεκοιλιάσει τη γυναίκα του και της δέσει τα άντερα γραβάτα, την πρώτη μέρα θα γράψουν όλοι. Την επομένη λίγοι θα συνεχίσουν το δράμα - κυρίως οι πιο δεύτερες εφημερίδες. Ακριβώς το αντίθετο θα συμβεί με τις καλτ ταμπλόιντ, που θα χουλιγκανίσουν το θέμα για ‘κανα μήνα τουλάχιστον, επανερχόμενες με ματωμένα πρωτοσέλιδα στην παραμικρή αφορμή του δράματος. Φρικιαστικές φωτό και δώσ΄του και πάμε. Οι αναγνώστες θα ξεκοκκαλίσουν τα δημοσιεύματα, αλλά χωρίς την παραμικρή αποστροφή. Πρεζόνια και απαθείς στη βία (τη βία του ξεκοιλιάσματος αλλά και των μμε που την αναπαράγουν).
Και ακριβώς αυτό το πέρασμα – από τις πρώτες σελίδες των «έγκυρων» στα καλτ έντυπα – είναι που ρίχνει την ήδη χαμένη τιμή των μμε στα τάρταρα. Το βίαιο γίνεται περιθωριακό ακολουθώντας τα μμε που γράφουν γι’ αυτό. Και το νερό στην κατσαρόλα βράζει και βράζει. Αξίζει το ξεκοίλιασμα ένα πρωτοσέλιδο; Και πόσο χώρο να αφιερώσουν οι εφημερίδες, για παράδειγμα, στους τύπους που έριξαν 100 σφαίρες;
ΥΓ. Και λίγο χιούμορ: Ο Κοντρέρας του ΠΑΟΚ δεν μοιάζει με τον Χάρυ Κλυνν νέο; Χαχαχα!

Δύο πράγματα θυμήθηκα τώρα, λίγο πριν το Σαββατόβραδο και την εκπομπή του Σπύρου Παπαδόπουλου στο κρατικό κανάλι (χαχα, καλό, ε;), κι έκατσα να σου γράψω μην τυχόν και τα ξεχάσω.
Υπάρχουν, λοιπόν, κάτι παιδιά που βγάζουν τα αθλητικά παπούτσια τους κάτω στα πάρκα στην παραλία, τα δένουν μεταξύ τους με τα κορδόνια και σαν τις παλιές σφεντόνες τα πετάνε στον αέρα και σκάνε στα γέλια κάθε φορά που τα δεμένα μεταξύ τους παπούτσια πιάνονται στα κλαδιά των δέντρων. Ύστερα ανεβαίνουν στα δέντρα για να τα φορέσουν και να πάνε στο σπίτι, όμως υπάρχουν φορές που τα αθλητικά παπούτσια μένουν εκεί, κρεμασμένα από τα κορδόνια ψηλά στα κλαδιά. Τώρα, με τι μούτρα γυρίζουν στο σπίτι, τι δικαιολογία βρίσκουν να πουν, πού να το ξέρω…;
Άκου και το άλλο. Στο φανάρι της Αγίου Δημητρίου – στην αρχή της, στο ύψος του δρόμου που στρίβει διαγώνια προς το κυκλάκι της Αντιγονιδών – πήγε κάποιος και τι έκανε, ο αθεόφοβος; Στο «πράσινο» του φαναριού ζωγράφισε με σπρέι μαύρες λωρίδες, έτσι που όταν ανάβει να σχηματίζεται μία πεντάφυλλη φούντα, χασισιά πώς να στο πω; Άκου τρέλα, ρε μεγάλε!
(Η φωτό από το google, μάλλον κάπου στις ΗΠΑ. Δεν ήταν η μοναδική κλικάροντας ΄shoe tree΄…)
«Χτίζετε δημαρχεία, γκρεμίζετε σχολεία» γράφει το πανό στα κάγκελα του γυμνασίου, απέναντι από το έκτρωμα του ατσαλάκωτου στου Τσιρογιάννη. Τα παιδιά έχουν κατάληψη. Δεν με απασχολεί αν το πανό γράφτηκε από κάποιον κομμουνιστή ινστρίκτουρα στο σύλλογο γονέων και κηδεμόνων (μπλιαχ), αλλά το πανό γαμάει. Άσε που τα τσακάλια δεν μασάνε από καθοδηγητές και άλλα τέτοια ψόφια. Μπορεί να το ‘γραψαν και μόνοι τους το πανό, ήταν εύκολο να το σκεφτούν γιατί το κωλοκτίριο είναι φάτσα – κάρτα απέναντι από το σχολείο. Ούτε βέβαια νοιάζονται στ’ αλήθεια για το πρόβλημα της σχολικής στέγης και το χάρτινο κλουβί που κάνουν μάθημα. Αυτοί έχουν κατάληψη και το γλεντάνε κι είναι σαν να λένε σε όλους μας «άντε γαμηθείτε κι εσείς και το κωλοδημαρχείο σας και οι τύπου της ‘αντιπολίτευσης’ στο δήμο, που κάνατε τη μέρα των εγκαινίων παράσταση διαμαρτυρίας στο απέναντι πεζοδρόμιο, ενώ τόσο καιρό κάνετε γαργάρα τα σκάνδαλα τα καραμπινάτα του ατσαλάκωτου. Ουστ»! Τα τσακάλια της κατάληψης έβγαλαν καρέκλες στο προαύλιο και πολύ τα χάρηκα. Και γελούσαν. Το απόγευμα έχουν φροντιστήριο, αλλά το πρωί, καθισμένοι εκεί στις καρέκλες, γελούσαν μετά από καιρό. Γιατί έχουν κατάληψη και διαχειρίζονται – έστω στο μυαλό τους – ένα χώρο, ένα προαύλιο με μπασκέτες και ξερόδεντρα. Έστω. Ένας τυπάκος έριχνε σουτάκια στη μπασκέτα με μια γκόμενα που φορούσε φόρμες – ατσούμπαλη έφηβη ήταν, αλλά το αγόρι φαινόταν ερωτευμένο μαζί της. Σου το ‘πα; Τα παιδιά έχουν κατάληψη και ΄γω είμαι μαζί τους.



Σσσς… Φθάνει για σήμερα. Καληνύχτα!
υ.γ. πώς το είπε το άλλο; “υπουργείο προστασίας του πολίτη…”; Σσσσς! Φθάνει για σήμερα. Καληνύχτα

Γράφει το tvxs ότι κάτω από το Λας Βέγκας, στις υπόγειες σήραγγες και τους υπονόμους, ζει μία κοινότητα 700 ανθρώπων, καταλαμβάνοντας χώρο αόρατο και χρησιμοποιώντας ό,τι για τους «επάνω» είναι άχρηστο.
Οι περισσότεροι είναι χρήστες ναρκωτικών, απελπισμένοι τζογαδόροι, καταζητούμενοι ή ποιητές που κατάλαβαν ότι το Λας Βέγκας έχει περίσσευμα να στείλει προς τα κάτω. Αντί λοιπόν να δουλεύουν σε κουζίνες και μπαρ, κοιμούνται τη μέρα και βγαίνουν το βράδυ ψάχνοντας ό,τι έχουν αφήσει πίσω τους οι μεθυσμένοι θαμώνες των καζίνο: κέρματα σε κουλοχέρηδες, μισογεμάτα μπουκάλια, ναρκωτικά.
Ψάχνουν μέχρι να ξημερώσει κι ύστερα επιστρέφουν πάλι «κάτω». Μόνο που τελευταία στις σήραγγες συνωστίζονται εκατοντάδες άτομα και υπάρχει έλλειψη χώρου. Οι καλύτερες μεριές έχουν πιαστεί από καιρό και οι νεοφερμένοι πρέπει να διεισδύουν όλο και μακρύτερα σε αεραγωγούς και φεγγίτες, σε γωνιές εντελώς σκοτεινές και δύσοσμες, απ’ όπου δεν υπάρχει διέξοδος όταν έρχονται τα νερά.
Σχετικά και εδώ

Σημείωμα της Β.Χ. στα ΝΕΑ, τον Σεπτέμβριο του 2002, μετά τις συλλήψεις για τη 17Ν
“Δεν είναι οι πράξεις, οι παραλείψεις μου είναι φιλενάδα που δημιουργούν αυτή την «εσωτερική ανάγκη» να… ομολογήσω. «Εσύ τι μαθαίνεις, τι γράφεις για την τρομοκρατία;», με ρώτησες στο υπερατλαντικό τηλεφώνημα, αλλά δεν πρόλαβα να σου απαντήσω, έπεσε η γραμμή.
Ε, λοιπόν, ούτε μία πληροφορία δεν είχα, ούτε ένας των «μυστικών» ή των «φανερών», ένας «πληροφοριοδότης» δεν με πλησίασε (εγώ, πώς να τον πλησιάσω, κανέναν σχετικού αντικειμένου και απασχόλησης κύριο δεν φρόντισα να γνωρίσω κοντά είκοσι χρόνια τώρα που πίστευα πως παριστάνω τη γράφουσα τα δημόσια).
Ούτε ένας τρομοκράτης φιλενάδα, ένας κι ας ήταν και τσιράκι, ας ήταν και απ’ τους άλλους – πώς τους λένε αυτούς, βοήθησε με (αυτούς, ξέρεις, που τους βάζουν οι υπηρεσίες να παριστάνουν τους διαδηλωτές, τους τρομοκράτες, τους «αγωνιστές», τέλος πάντων, για να κάνουν «διάβρωση εκ των… έσω») -, δεν ήρθε να μου μιλήσει, να παραδοθεί σ’ εμένα, να κλάψει στον ώμο μου για τις «όποιες» ανομίες του.
Έστω, ούτε ένα πετυχημένο ψυχογράφημα των τρομοκρατών δεν κατάφερα να κάνω. Ούτε σ’ ενα χωριό που γεννήθηκαν αυτά τα «ανθρωπόμορφα» δεν κατάφερα να πάω και να μου πει με φωνή στεντόρεια η «άφωνη» κοινή γνώμη πως «τον θυμάμαι τον τρομοκράτη, ήταν ήσυχο παιδί, αλλά… φαινόταν, ήταν υποχθόνιος από πέντε χρόνων που ήταν όταν έφυγε από το χωριό», κάτι, τέλος πάντων, για τα παιδικά του τραύματα και να ερμηνεύσω εγώ η επαΐουσα δημοσιο-ψυχο-γράφος την εξέλιξη… Τίποτα.
Εδώ ο κόσμος καίγεται, η δημοσιογραφία και η «πληροφοριολογία» (για τις θεωρίες κάποιων «Τρότσκι» και «αρχαιο-Μαρξιστών», ούτε λόγος) βρίσκονται εν πλήρει δράσει – και «βράση» μπορώ να σου πω – κι εγώ ψάχνω ακόμα τους «καλούς» και τους «κακούς» του έργου, αμφισβητώ την υποκριτική των πρωταγωνιστών, βρίσκω απλοϊκή τη σκηνοθεσία κι απαξιώνω την ηθική των μέσων και μεθόδων που χρησιμοποιεί η παραγωγή…”