psixa

Μπήκε ξανά πριν λίγο στο γραφείο ο τρελάρας κι έψαχνε τον Σάκη, έτσι είπε. Μυρίζει ξινίλα και νομίζεις ότι τα γένια του στάζουν βρωμιά και κιτρινάδα του τρελού στη μπλούζα του, όπως οι καμινάδες λερώνουν τον άσπρο τοίχο. Μου είπε στα όρθια ότι ο αρχάγγελος Γαβριήλ διαφωνεί με τη γραμμή του ΚΚΕ. Άκου, τρελάρα, κι εγώ διαφωνώ με τη γραμμή του κόμματος, επομένως συμφωνώ με τον Γαβριήλ, του απάντησα, κι εκείνος κόλλησε τα γαλανά μάτια του πάνω μου. Μετά έλεγε ότι είναι στενός φίλος του Λαμπράκη, αυτού που είναι δρόμος στην Τούμπα, μπορεί βέβαια και του εκδότη του Λαμπράκη να εννοούσε. Με ρώτησε αν είναι καλά η Θάλεια, αυτό ρώτησε, ζήτησε «κάτι να διαβάσει» και όταν σηκώθηκα ως την πόρτα για να τον βγάλω έξω, πέταξε και την αντιμνημονιακή σπόντα του: Εντάξει, το καταλαβαίνω, μπράβοι και φουσκωτοί υπερασπίζονται το μέγαρο μουσικής.

Υπάρχουν κάτι σταγόνες της βροχής που πέφτουν απευθείας από τον ουρανό στο δέρμα του κεφαλιού σου, ανάμεσα στις τρίχες και μετά κυλούν σαν ηλεκτρικά παγάκια στο μέτωπο. Ξεκινάει, ρε παιδί μου, η σταγόνα από τη σύννεφο που βρίσκεται πάνω από το κέντρο ας πούμε, μετά ο αέρας την πηγαίνει πάνω από την Πυλαία, μπορεί και να κόβεται στα δύο η σταγόνα πλησιάζοντας στο έδαφος κι έπειτα το υδάτινο κομματάκι πέφτει εκεί ανάμεσα σε δύο τρίχες, απευθείας στο δέρμα του κεφαλιού σου, τι να πω, στο σκαλπ.

Αυτές τις μέρες που κάνει το κρύο της αρκούδας και προχθές είδα μία καφέ αρκούδα να ανηφορίζει στην Αγγελάκη, σκέφτομαι τους γιατρούς στα εξωτερικά ιατρεία των νοσοκομείων, που περιθάλπουν ακούραστοι και ανιδιοτελείς, σαν άγιοι, τους παράνομους και τους ανασφάλιστους. Στο Ιπποκράτειο, από την πλευρά της Νέας Εγνατίας, ζωγράφισαν στο νοσοκομείο μια τεράστια τοιχογραφία, μία πόλη γκρίζα στην οποία δύο πολυκατοικίες που βρίσκονται δίπλα – δίπλα αγκαλιάζονται.

Αλλάζει η χρονιά, φεύγει η πουτάνα και ’γω σήμερα στη Γαζία σκέφτηκα να σου πω το στιχάκι έρημα κορμιά αποταμιευτήρες/ γι’ αθάνατο νερό και γι’ αφρισμένες μπύρες, όμως δεν πρόλαβα, γιατί συμπλήρωνες εκείνες τις ανέραστες αιτήσεις για το γκισέ της δημόσιας υπηρεσίας, που «ήταν φίσκα, ρε φίλος, το πρωί και οι θείτσες με προσπερνούσαν φωνάζοντας, Όλγα εδώ είσαι, χρόνια πολλά ρε συ Ολγάκι, για να κλέψουν στη σειρά» και ‘γω σου απάντησα ότι άμα σε λέγαν Όλγα θα ήταν μια χαρά.

Στα δικαστήρια είχαν μαζευτεί στον δεύτερο όροφο δεκάδες οκτάμηνοι συμβασιούχοι στις υπηρεσίες καθαριότητας του Δήμου, για να καταθέσουν ασφαλιστικά μέτρα και να ζητήσουν την ανανέωση των συμβάσεων. Κι ένας για μία στιγμή, πλησίασε το κορίτσι του κυλικείου και ρώτησε, συγγνώμη, μήπως το κυλικείο έχει ροξ;

Στο κινητό της Β. δίπλα μου, ήρθε μήνυμα μαζικής αποστολής που έγραφε ότι τα 12 καυτά κορίτσια φιναλίστ σε περιμένουν στο καφέ Social.

Αλλάζει ο χρόνος, στο Άγιο Όρος του Εφραίμ θα αλλάξει δύο εβδομάδες αργότερα, το κουκούτσι στούμπωσε στο λαιμό για τα καλά και μου ‘παν να φάω ψίχα της μεταλαβιάς, που λέμε, για να κατέβει κάτω.

στη Βίδο

 

…Ξημέρωνε η Κυριακή του Πάσχα. Μία μέρα μ’ έναν ήλιο στις δόξες του. Ζέστη σαν Αύγουστος. Μπροστά στην πόρτα βάλανε ένα μεγάλο τραπέζι, μ’ όλα τα ιερατικά, ένα άλλο με τα δώρα που θα μας μοιράζανε – ξέρεις, από κείνα τα βιβλιαράκια με τη ζωή του Χριστού και τα τέτοια, από κείνα που μοιράζουν όλες οι εξουσίες στα όπου γης ορφανοτροφεία και φυλακές ανηλίκων, και κάνουν τα παιδάκια να μισούν και το Χριστό και την εξουσία.

Τέλος, όταν ετοιμάστηκαν όλα, μας παρατάσσουν και μας στο προαύλιο. Εμείς πάμε πίσω πίσω και πιάνουμε τοίχο. Δε βλέπαμε και τίποτα, αλλά τι να γίνει. Εδώ που τα λέμε, όχι πως μας ένοιαζε για την παράτα, αλλά να, θέλαμε να δούμε καλά καλά καμιά γυναίκα, κάνα κορίτσι… Τέλος, δε γινότανε. Μπροστά μπροστά, που λες, κυκλώνοντας την Αγία Τράπεζα σαν τιμητική φρουρά, οι φερτάκηδες του Καραδήμα. Ε, σε λίγο έρχεται ο διευθυντής με το προσωπικό και τις γυναίκες τους, οι παπάδες, τα λαδικά του κατηχητικού και τα κορίτσια της χορωδίας, κι άρχισε το νταλαβέρι. Άκρα σιγή. Μόνο οι ψαλμουδιές ακούγονται.

Και ξαφνικά, από το βάθος των αποχωρητηρίων, ξεσπάει μια κραυγή: Πίσω, πουτάνες, και σας έφαγα… Εμφανίζεται ένας Καγιανάς θεόγυμνος, όπως τον γέννησε η μάνα του, πασαλειμμένος σκατά απ’ τη κορφή ως τα νύχια. Δεν υπάρχει ούτ’ ένας πόντος καθαρό δέρμα. Στ’ αριστερό του χέρι έχει αγκαλιά έναν τεράστιο κουβά γεμάτο σκατά. Με τρία σάλτα πλησιάζει σε θέση βολής τους επισήμους, όπου έγινε της πουτάνας. Βούταγε το δεξί χέρι στον κουβά, τσάκωνε μια χούφτα σκατά και τα εκσφενδόνιζε με εκπληκτική ευθυβολία, που λένε, στα μούτρα του διευθυντή, στο ντεκολτέ της κυρίας, στα γένια του παπά… Ουρλιαχτά, τσιρίδες, πανικός! Δεν είναι και μικρό πράμα να σε λούζουνε με σκατά πεντακοσίων κρατουμένων.

Την ίδια στιγμή βγαίνουν κι ο Γράσος με τρεις άλλους. Βαστάνε κάτι σίδερα που ‘χουν ξηλώσει από τα κρεβάτια, και πλακώνουν τους φερτάκηδες που, όπως ήταν μαζεμένοι μπροστά μπροστά, δεν προλάβανε να κάνουνε κιχ. Ανάστα ο Κύριος, σου λέω. Άμα υπάρχει Χριστός κι είναι δικός μας, όπως λένε, θα ‘σκασε στα γέλια κει πάνω. Η πόρτα της φυλακής, όπως ξέρεις, είναι πολύ στενή. Με το πρώτο ντου που τους κάνει ο Καγιανάς, έχει φρακάρει από τον παπά κι από μια χοντροκώλα κυρία του κατηχητικού. Ο διευθυντής, πασαλειμμένος σκατά, να φωνάζει «στα όπλα, στα όπλα, πιάστε τους», τι όπλα όμως κι αρχίδια, και ποιος να πάει να τσακώσει τον Καγιανά που γλίστραγε σα χέλι από το σκατό. Εντωμεταξύ, ο Γράσος με τους άλλους έχουν βγάλει εκτός μάχης τους ρουφιάνους του Καραδήμα. Όλοι κάτω ψάθα, κομμένες μύτες, αυτιά, σπασμένα κεφάλια, ένα προαύλιο στρωμένο με τραυματίες, αίμα και σκατά.

Όταν τέλειωσε το πατιρντί, οι μάγκες τραβάνε κάτι ξυράφια και σφάζονται, κι όπως τρέχουν τα αίματα, παίρνουν φόρα και βαράνε τα κεφάλια τους στον τοίχο. Νέτοι κάτω, πτώματα, σου λέω. Κάποτε, όταν αποκαταστάθηκε η κυκλοφορία στην πόρτα, πλακώσανε μέσα οι μπάτσοι με τ’ αυτόματα, μας κλείσανε στους θαλάμους, και μάζεψαν τους τραυματίες. Μάθαμε πως τον Καγιανά, τον Γράσο και τους άλλους τούς πήγαν κατευθείαν, χωρίς καν να τους επιδέσουν, στο τρελάδικο της Κέρκυρας.

 

Από το βιβλίο του Χρόνη Μίσσιου, «Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς».

Καλ@ Χριστούγεννα, ρε.

outopia

Γράφεις, κλείνοντας με την παλάμη το στόμα σου, σαν μάνα τραβεστί στην πλατεία Κουμουνδούρου, για παλαβιάρηδες, φρικιά και χίπηδες ούρμπαν λέτζεντς. Κι εγώ, σου ‘χω ρεπορτάζ. Τους δίδυμους στη Θεσσαλονίκη τους γνωρίζεις. Οι αγαπημένοι δίδυμοι με τα καρό πουλόβερ δεν σ’ άφησαν ούτε με χιόνια ούτε με κρύα. Εγκαίνια, δεξιώσεις, πορείες, μπάχαλα και θείες λειτουργίες. Ξεφύλλιζα το λεύκωμα για τα 50 χρόνια του Φεστιβάλ Σινεμά και τους είχε τους δίδυμους φωτό και λεζάντα. Τους λένε Ανέστη και Μιχάλη Κόντη. Αγαπημένοι,  δυο – δυο, γλυκύτατοι ως το κόκαλο.

Διαβάζεις και γράφεις εργασία για την αυτοδιαχείριση στα εργοστάσια. Άκου, μου είπες, το αφεντικό σπαταλά χρήματα. Αν πέσει έξω, πηγαίνει παρακάτω. Ο εργάτης, όμως, σπαταλά ολόκληρη ζωή εκεί μέσα. Αφήνεις τα βιβλία ανοιχτά στο τραπέζι τη νύχτα και είδα τις λέξεις να πετάνε και να καρφώνονται στο ταβάνι, γύρω από τη λάμπα.

Ο Τ. στο άλλο σπίτι πατιέται στη γυμναστική στα σίδερα λες κι είναι φυλακισμένος. Κι η Ε. με την πεταλούδα γυρίζει τις πόλεις και τα βιβλιοπωλεία και παρουσιάζει το βιβλίο της, ένα πράσινο χριστουγεννιάτικο παραμύθι για τα Φώτα και τα φώτα.

Στο παλιό 424, ο Ε. καθόταν στο πλάτωμα δίπλα στην είσοδο, εκεί που έβγαιναν οι φαντάροι για να φιλήσουν στο μάγουλο τα κορίτσια. Τρελός για δέσιμο ο τύπος, φουρτούνα στο μυαλό και τα μάτια, χρόνια αργότερα έπαιξε και στις ειδήσεις ως μανιακός που κυνηγούσε με καραμπίνα τη γυναίκα του στο μπαλκόνι. Εκείνο το απόγευμα στο παλιό 424 έστριβε τσιγάρο. Μια μύγα καλοκαιρινή βούιζε επίμονα γύρω από το κεφάλι του. Καθόταν στο μάγουλό του, στα μαλλιά του, ακουμπούσε στα χείλη του. Με μια κοφτή κίνηση αίλουρου, Κρααπ, την έπιασε στο χέρι. Σήκωσε με το άλλο τον αναπτήρα, της έκαψε τα φτερά και την άφησε για λίγο στο μάρμαρο, ζωντανή ίσα να κουνιέται. Έβγαλε μετά το τσιγαρόχαρτο, έπιασε με τα δάχτυλα λίγο καπνό, ύστερα τη μύγα και την τύλιξε μαζί με τον καπνό. Σάλιωσε το τσιγάρο, το έφερε ξανά στο στόμα, το φυτίλιασε και το κάπνισε, τσακ, τσακ, νευρικά, με γουρλωμένα μάτια, κρατώντας στο χέρι τον αναπτήρα.

Στο 7 είναι ο ουρανός και πιο πάνω ο ήλιος.

psari

φωτό: AFP/A. Messinis

Έχεις δει ψάρι γυμνόστηθο λεμονί, με μια κατσαρίδα στα μαλλιά;

Eσύ, φανταζόσουν ποτέ ότι θα συλληφθείς για προπαρασκευαστικές ενέργειες σύστασης τρομοκρατικής γκρούπας; Ούτε που πήγαινε το μυαλό σου. Διαβάζεις μετά μανίας τα Διεθνή στις εφημερίδες, μιλάς φαρσί τα γαλλικά, μυρίζεις γιασεμί και δυόσμο – άρχισα να ξανακοιμάμαι diagonal γωνία. Από το μπορντό περάσαμε στο σκούρο κόκκινο, στην εύθραυστη φιγούρα στο σιντριβάνι, μποτάκι δρόμικο, σκιά φουντωτή με φόντο μπουκαλομάνι, κουκούλια κι έναν χακί στρατό στα πόδια σου. Τι χαρά που παίρνω, όταν ακούω ένα τραγούδι δικό σου!

Το μακεδονία παλλάς αλλάζει αφεντικό κι ο αχθοφόρος, το «παιδί» σαράντα χρόνια τώρα, μου ‘πε στο αυτί ότι ο σταμάτης κόκκοτας κυκλοφορεί με το ίδιο παντελόνι που φορούσε το ’80, τότε που πάρκαρε στην είσοδο τη σπορ μερτσέντες που καβάτζωσε από το βασιλόπουλο παύλο.

Σήμερα σουλατσάραμε με τον Β. με το μηχανάκι στο τμήμα της αγ. σοφίας που έκανε πεζόδρομο ο μπουτάρης. Ένας εναλλακτικός, από εκείνους με τα ποδήλατα που κοστίζουν 3.000 ευρώ και τους σκύλους ράτσας άλλα τόσα ευρώ – τους ξέρεις – μας φώναξε ότι είμαστε παράνομοι. «Πάντα παράνομοι ήμασταν. Ληστές και ναρκομανείς» τού απάντησε ο Β. κι εγώ έμεινα παγωτό πιο παγωμένο κι από τον εναλλακτικό.

Σιχαίνομαι να σου μιλήσω για τον μπορίδη και τον άδωνι. Το μυαλό μου, να ξέρεις, είναι αυτές τις μέρες στο Arnitiko.

Κοίτα, τώρα σ’ έχω κεντημένο, σα φυλαχτό και τρέλα νεανική.

ti mou les

Ο Π. στο βάλτο ήταν θεωρητικά ένας λοχίας, όμως στην πραγματικότητα ήταν ένας ηθοποιός, που δεν χρειαζόταν να διαβάσει το σενάριο, γιατί μπορούσε να το φανταστεί. Δεν μπορεί αυτή η φυσιογνωμία να ήταν ένας αληθινός άνθρωπος, σίγουρα μας δούλευε ψιλό γαζί: ηδονιζόταν με τις αντιδράσεις μας στα λόγια του, γούσταρε να μας σουτάρει στο διάστημα και να μας βλέπει μετά χαχανίζοντας να πέφτουμε στην πίστα απαλά, σαν αλεξιπτωτιστές με σύννεφο δεμένο στα σχοινιά αντίο για πανί.

«Σε γαμώ γερά» και «Πάρε την πυροσωλήνα μου». Αλλού κι εντάξει ο Π., ελεύθερος κι ωραίος, ψηλόλιγνη φιγούρα λόρδου από το Γιορκσάιρ, μεγάλη χιουμορίστα και σίγουρα πρωταγωνιστής μιούζικαλ, τεντιμπόη και ευαίσθητος πολύ, θρασύς και ακατέργαστο διαμάντι, αγνός σαν παιδική ανάσα, ψυχαναλυτής, ο δικός μας άνθρωπος στο βάλτο, τρελός για δέσιμο, παιδί μάλαμα. Οne man show τα ζεματιστά καλοκαιρινά βράδια, όταν το φανελάκι κολλούσε πάνω σου από την υγρασία κι ο αέρας έφερνε με διακοπές ήχους τσιφτετελιών από το κοντινό κωλάδικο, κάθε Σαββάτο βράδυ που είχε γαμήλια δεξίωση.

Στην πρώτη μου σκοπιά τού φώναξα «άλτ, τρία» και άρχισε να φωνάζει με όλη του τη δύναμη στο σκοτάδι «τρεις και παρ’ τα αρχίδια μου, σκάσε, πουστάρα». Στα σκηνάκια ξεφορτώναμε ένα τρέιλορ με δύο ρόδες κι όταν ο λοχαγός τον ρώτησε τι έχει βάλει για αντίβαρο, απάντησε με το πιο φυσιολογικό ύφος «δεν βλέπεις, έβαλα τον χοντρό να κάθεται στον άξονα». Κι ένα βράδυ που είχαμε περίπολο οι δυο μας, κλωτσούσε τα βατράχια και μετά αναρωτήθηκε «λες να τα δει ο διοικητής το πρωί; Θα πω ότι τα’ φαγε το σκυλί». Γελάς, καριόλη ε. Αγάπησε κι αγαπήθηκε πολύ ο Π.

Προχθές σχιζόμασταν οι φαντάροι «για ν’ αλλάξουμε ράφτη», ακολουθώντας το νομοτελειακό πρωτόκολλο όσων απολύονται από το νυχτερινό κέντρο. Ήρθε εκεί στο λόχο κι άρχισε να σχίζει κι αυτός τις χακί στολές μας με χαρά μικρού παιδιού. Μας έσκιζε τις παραλλαγές για να μην τις ξαναφορέσουμε, για να βάλουμε πολιτικά και να πάμε στο καλό, για να μας χαιρετήσει, να μας διώξει από εκεί – όχι από το βάλτο, αλλά από τη ανοησία και τον κόσμο του σινεμά. Υποσχέθηκα να του φέρω μια καρδερίνα. Αγαπημένε Π. έχε το νου σου, θα σε πάρω τηλέφωνο.

Στο κέντρο έχει ένα δρόμο που τον λένε Δεσπεραί. Στην πινακίδα γράφει Δεσπεραί κι από κάτω με κίτρινα γράμματα στα λατινικά D’ Esperau.

Σου ‘πα; Λελέ ή καλύτερα leux leux.

No 152

 

 

Η ερτ λογόκρινε και αρνήθηκε να μεταδώσει, ως χορηγός επικοινωνίας, το σποτάκι του σκηνοθέτη Γ. Ζώη για την 3η Μπιενάλε της Αθήνας. παρατηρείς ότι πέφτει πολύ “μαχαίρι” τελευταία στις οπτικοακουστικές προβολές. στην παρέλαση σού βγήκε ο φασίστας που κρύβεις μέσα σου. φοβάμαι ρε, γιατί βλέπω το λεφούσι να χορεύει τριγύρω από την κρεμάλα.

υγ. [δεν έχει σήμερα, σήμερα έχει έκτακτο υπουργικό συμβούλιο].

11ks

Σήμερα κόσμος πολύς την έπεσε και γιούχαρε αγρίως τον υπουργό άμυνας (σέντερ μπακ) μπεγλίτη, έξω από τον άγιο δημήτρη. «έξω οι κλέφτες από την πόλη», «ουστ κοπρόσκυλα» και άλλα τέτοια φώναζε το πλήθος. Κι ήταν καλή η γιούχα από το πεζοδρόμιο και τα μπαλκόνια, μιλάμε για φασαρία μεγάλη και μούντζα σύννεφο, οι ασφαλίτες σχεδόν τον φυγάδευσαν στο μπλε οκτάβια. σπρωξίδι, δέκα ρεπόρτερ καταγράφαν τα συμβάντα, όμως το καλύτερο –αλλιώς δεν θα σου ‘γραφα – ήταν άλλο: σ’ όλο αυτό το πατιρντί ένας γάιδαρος στρατιωτικός με πολύ καρφίτσα και μετάλλιο, έτρεχε πίσω από τον μπεγλίτη. πέρασε δίπλα στο ξεφωνητό, τη βουή και τα καμώματα μία ανάσα γύρω του, έσπρωξε, έτρεξε ως το οκτάβια κι όταν μπήκε μέσα φυγαδευμένος ο σέντερ μπακ, σαν να μη συνέβαινε απολύτως τίποτα λίγα εκατοστά πίσω του, στάθηκε προσοχή και χαιρέτησε στρατιωτικά σηκώνοντας το χέρι στον κρόταφο.

υ.γ. φάτε μάτια ζάρ@, η εφορία άργησε μια μέρα, βάλε ντι βι ντι και σου ΄ρχομαι, μπουρμπούλη

άρη, βάλε γκολ

Σου γράφω γιατί ζούμε το παράδοξο, ένα τσακ πριν γίνει σφαγάδι κι ανεμοκαίρι: Κάτω στο δρόμο, συνεργεία και τζαμάδες επισκευάζουν τις τζαμαρίες του Fokas και του καλλυντικάδικου Sephora κι ακριβώς δίπλα, στη γωνία του δρόμου, ένας μουσικός του δρόμου παίζει γλυκανάλατα τραγούδια στο σαξόφωνο.

Θυμήθηκα τον σαξοφωνίστα στην Υψικάμινο, που έπαιζε μες τη βροχή τα χρόνια της αθωότητας ή τον χοντρό σαξοφωνίστα τα γλυκά βράδια πάνω – κάτω στον διάδρομο στη Ρέμβι, όμως τώρα τα χρόνια της αθωότητας τελείωσαν. Αισθάνομαι ότι μόλις ενηλικιώθηκα, κι ας συνεχίζω να μπερδεύω τις μέρες – για παράδειγμα σήμερα, που είναι Τετάρτη, γράφω στην ανταπόκριση επάνω στην αρχή, Τρίτη.

Στη διαδήλωση είχε πολύ κόσμο, ίσως και 30.000 κόσμο, δύο ξεχωριστές πορείες που πήγαν να ενωθούν. Στην τσιμισκή πιτσιρικάδες έσπαζαν χουλιγκανίστικα τα Ζάρα και από τα πίσω μπλοκ γιουχάρανε. Από τα πίσω μπλοκ γιουχάρανε κι όταν τα κουκούλια σπάσανε τη βιτρίνα του βιομηχανικού επιμελητηρίου…

- βγάλε την κουκούλα, ρε κωλόπαιδο – έλα να σου δείξω ποιος είμαι, μωρή κότα. Μανούρα και καψούρα, η σκοτεινή πλευρά υπέροχων μυαλών, σαν το λεφούσι που χορεύει τριγύρω απ’ την κρεμάλα.

Τα χρόνια της αθωότητας τελείωσαν – η χρονιά του goodbye δεν λέει να τελειώσει. Σε κρατώ με νύχια και με δόντια μη φύγεις κι εσύ και μείνω ξεβράκωτος και βάλω τελικά στον κώλο μου την μπουκάλα με τα ονείρατα.

Η πεταλούδα στην κοιλιά θέλει να βγει έξω και να πετάξει, το παράθυρο στο γραφείο γίνεται κόκκινο κάθε απόγευμα στις 7.11 ακριβώς, το αρνητικό δεν με πιστεύει ότι στον ωκεανό, σε ανοιχτό τέρμα ορίζοντα, η γραμμή της θάλασσας κάνει μια καμπύλη στις άκρες διαγράφοντας την καμπύλη της γης, ο Σίμος Δ. έφαγε δύο-τρεις φορές ξύλο σε πέντε μέρες, με τρομοκρατεί η ερώτηση “εθελούσια και ανεργία ή ρίσκο της απόλυσης”, ο μπίλυ ζει το όνειρο, τώρα που το σκέφτομαι θα σου πήγαινε καλύτερα μπορντό μανό στα νύχια, που είναι και το χρώμα μου. Πάω να δω γούντι άλεν κι ίσως τον φλεβάρη σου γράψω γράμμα τουριστικό από το βερολίνο.

Χαμογέλα λίγο, ρε καριόλη.

fotia sto limani

ξύλο και καράτε στον Άρη Π.

melba

φωτ. movmilo

Ρε μαλάκα, τι θα γίνει με τον πονοκέφαλο; Καταπίνω τα χαπάκια σαν καραμέλες και γυρίζω κύκλους στο ταβάνι. Το πιθανότερο, εδώ που τα λέμε, είναι να με πήρε μάτι κανένα κορίτσι από τα δοκιμαστήρια της μπουτίκ ακριβώς απέναντι, φάτσα κάρτα, στο ίδιο ύψος του γραφείου και του κομαντάντε στο κάδρο πίσω δεξιά μου.

Τέσσερις όροφοι κατάστημα κι έχει μονίμως μέσα τέσσερις πελάτισσες, μία σε κάθε όροφο…

Στη “Μακεδονία” ζητούν επιχειρησιακές συμβάσεις, απολύσεις 70 ανθρώπων και πετσόκομμα μισθών. Δε ζητήσαμε νίκη, μονάχα λίγη μουσική.

Μετά, εσύ πήγες να μιλήσεις στο γκρίζο κτίριο για το αγαπημένο σου αντιρατσιστικό – αντιφασιστικό θέμα, νοστάλγησες μάτια κρεόλικα και καλύβια τσίγκινα, αγχώθηκες με τα εμπορικά και τα δίκαια, ενώ το δίκιο το ‘χουν οι καταθλιμμένοι.

…Ιστορία έγραψε, Όλγα, η εθνική ομάδα ποδοσφαίρου. Οι διεθνείς μας και ο Φερνάντο Σάντος, που είχε χθες γενέθλια, έστησαν το δικό τους πάρτι στην πτήση της επιστροφής από την Τιφλίδα… Δε ζητήσαμε νίκη, μονάχα λίγη μουσική, ρε.

«Τον Πορτογάλο μπαλαδόρο Βιερίνια θέλουν να τον κάνουν Έλληνα για να παίξει στην εθνική. Εμένα, οι πούστηδες, γιατί δε μου δίνουν υπηκοότητα, που 15 χρόνια ζω και δουλεύω εδώ πέρα, ε;» – Τι να σου πω, ρε αλβανέ, ούτε ξέρω.

Η μπάντα στο πεζοδρόμιο κάτω από το γραφείο, το’ χει πάρει στα σοβαρά τελευταία. Έφερε μαζί ακροβάτη με σχοινί ανάμεσα σε πινακίδες του κοκ και ξυλοποδαρούσα με τατουάζ – μανίκι στο δεξί. Φόρα τιράντες και μη σε νοιάζει εσένα.

υγ. 25 και βράδιασε, φιλαράκι μου καλό.

Επόμενη σελίδα: »



Follow

Get every new post delivered to your Inbox.